Πρωταθλήτρια Γαλλίας το 2000, φιναλίστ Champions League το 2004, ομάδα της Ligue 2 το 2011. Μέσα σε περίπου μια δεκαετία, η Μονακό βιώνει όλα τα στάδια που συνδέει την επιτυχία με την αποτυχία, τη δόξα με την ανυποληψία.Οταν ο Γιαν Κόλερ και ο Σεμπαστιάν Σκιλασί καλούσαν το ασανσέρ για να ανέβουν στον 4ο όροφο του οικοδομήματος, όπου στεγάζεται το "Λουί Ντε", δεν προσέβλεπαν σε αυτήν ακριβώς την εικόνα.
Το να παρακολουθούν ανήμποροι να αντιδράσουν τον Λισάντρο Λόπες να τοποθετεί τον δείκτη του χεριού του στον κρόταφο για να πανηγυρίσει με τον γνωστό τρόπο το τέρμα που σημείωσε δευτερόλεπτα νωρίτερα ήταν η χειρότερη σκηνή που θα μπορούσαν να σκεφτούν τόσο αυτοί, όσο και οι υπόλοιποι 11.138 θεατές που βρέθηκαν στις εξέδρες.
Το να παρακολουθούν ανήμποροι να αντιδράσουν τον Λισάντρο Λόπες να τοποθετεί τον δείκτη του χεριού του στον κρόταφο για να πανηγυρίσει με τον γνωστό τρόπο το τέρμα που σημείωσε δευτερόλεπτα νωρίτερα ήταν η χειρότερη σκηνή που θα μπορούσαν να σκεφτούν τόσο αυτοί, όσο και οι υπόλοιποι 11.138 θεατές που βρέθηκαν στις εξέδρες.
Δεν ήταν αυτή η Μονακό που γνώρισαν, που έζησαν για περισσότερο ή για λιγότερο και σίγουρα, από εδώ και πέρα, δεν θα είναι η Μονακό που άφησαν πίσω τους αποχωρώντας με σκυμμένο κεφάλι από το γήπεδο του Πριγκιπάτου. Οι Μονεγάσκοι ηττήθηκαν 2-0 από τη Λιόν στην 38η και τελευταία αγωνιστική της Ligue 1 και υποβιβάστηκαν. Για πρώτη φορά μετά από 34 χρόνια θα απουσιάσουν από τα "μεγάλα σαλόνια" του γαλλικού ποδοσφαίρου. Για πρώτη φορά μετά από 5 Πρωταθλήματα, 3 Κύπελλα και 2 Λιγκ Καπ Γαλλίας. Εναν τελικό Κυπέλλου Κυπελλούχων και έναν τελικό Champions League...
Ο προπονητής που οδήγησε τη Μονακό στην κατάκτηση του τελευταίου πρωταθλήματός της, το 2000, και πάλαι ποτέ "θρύλος" της, ο Κλοντ Πιελ, τώρα την έριχνε κατηγορία, χωρίς καν (εκ του αποτελέσματος) αυτή η νίκη να διαφοροποιεί τα δεδομένα για την νέα ομάδα του, τη Λιόν. Οι "γκον" θα έβγαιναν ούτως ή άλλως στα προκριματικά του Champions League μετά την γκέλα της Παρί Σεν Ζερμέν και ο Γάλλος τεχνικός λογικά θα απουσιάσει από αυτά τα παιχνίδια, μιας και εδώ και καιρό τελεί υπό καθεστώς... προγραμματισμένης απομάκρυνσης. Τι συνέβη, λοιπόν, στην ομάδα που έφερε στο προσκήνιο ορισμένους από τους σπουδαιότερους σύγχρονους Γάλλους παίκτες και από πρωταθλήτρια Γαλλίας του 2000 και φιναλίστ της κορυφαίας διασυλλογικής διοργάνωσης του 2004, βρέθηκε μεταξύ φθοράς και αφθαρσίας; Το Contra.gr προσπαθεί να ξετυλίξει το κουβάρι...
Μέσα σε 5 χρόνια είχε επέλθει ανέλιξη στο status του συλλόγου και η άφιξη του προπονητή Λουσιάν Λεντίκ το 1958-1959 σήμανε τη νέα εποχή. Το 1960 έφερε το πρώτο τρόπαιο, το Coupe de France απέναντι στη Σεντ Ετιέν (4-2) και την επόμενη σεζόν ήρθε η νέα εμφάνιση, με το περίφημο διαγώνιο διαχωριστικό, εισήγηση της Πριγκίπισσας Γκρέις. Η αλλαγή αυτή αποδείχθηκε γούρικη, με τη Μονακό να στέφεται πρωταθλήτρια φορώντας τις νέες στολές το 1960-1961. Δύο χρόνια μετά έκανε το νταμπλ και κάπου εκεί έκλεισε ο πρώτος κύκλος επιτυχιών, με τον υποβιβασμό του 1969.
Ο νέος κύκλος χαράσσεται το 1976, με την ανάληψη του προεδρικού θώκου από τον νεαρό Ζαν Λουί Καμπορά. Η πρώτη κίνησή του ήταν να επαναφέρει τον Λεντίκ στην ομάδα, επιφορτίζοντάς τον με καθήκοντα διασύνδεσης πρώτης ομάδας και ακαδημιών, που τότε βρίσκονταν υπό την επίβλεψη του Ζεράρ Μπανίντ, πατέρα του νυν προπονητή του συλλόγου, Λοράν. Η άφιξη του Αργεντινού επιθετικού Ντέλιο Ονις, που ολοκλήρωσε την καριέρα του στην ομάδα με 223 γκολ, επιτάχυνε την ανάκαμψη και το 1977-1978 η "νεοφώτιστη" Μονακό κατακτούσε το πρωτάθλημα. Δύο χρόνια αργότερα ήρθε το 2ο κύπελλο της ιστορίας και η δεκαετία του '80 χρωματίστηκε με νέες "ερυθρόλευκες" επιτυχίες και παίκτες όπως ο Ζαν Λικ Ετορί (602 συμμετοχές στο πρωτάθλημα), Ρολάν Κουρμπίς και Κριστιάν Νταλζέ.

Οι Γίργκεν Κλίνσμαν, Έντσο Σίφο, Βίκτορ Ικπέμπα και Γιουρί Τζορκαέφ φόρεσαν τη φανέλα της Μονακό ανά διαστήματα, ωστόσο η μεγαλύτερη επιτυχία του συλλόγου ήταν η παραγωγή παικτών όπως ο Εμανουέλ Πετί, ο Λιλιάν Τιράμ, ο Τιερί Ανρί και ο Νταβίντ Τρεζεγκέ που στη δεκαετία του '90 "ανδρώθηκαν" ποδοσφαιρικά στο Πριγκιπάτο. Ο τελευταίος, μαζί με τους Φαμπιάν Μπαρτέζ, Ράφαελ Μάρκες, Σαμπρί Λαμουσί, Μαρσέλο Γκαγιάρδο, Πάμπλο Κοντρέρας, Μάρκο Σιμόνε, Ντάντο Πρσο, Τζον Αρνε Ρίισε, Λιουντοβίκ Ζιουλί και άλλους συνπυπήρξαν στην 7η και τελευταία πρωταθλήτρια ομάδα της Μονακό, της σεζόν 1999-2000.
Μέσα σε 2 καλοκαίρια, αυτή επιτυχημένη ομάδα είχε "ξεκληριστεί". Ο Κλοντ Πιελ που την οδήγησε στον θρίαμβο του 2000 έκλεισε την "πόρτα" το 2001 μαζί με τους Ρίισε, Κοστίνια, Φιλίπ Κριστανβάλ, Μάρτιν Τζετού και Κοντρέρας και πλέον η Μονακό θύμιζε σε λίγα πράγματα μία πρωταθλήτρια Γαλλίας. Η 11η θέση του 2000-2001 (αν και φιναλίστ στο λιγκ καπ) έφερε στο "τιμόνι" τον Ντιντιέ Ντεσάμπ, που πραγματοποιούσε τα πρώτα προπονητικά βήματα και σε μία δύσκολη οικονομικά εποχή για τον σύλλογο δεν αξίωνε σπατάλες. Εξ ου και οι βετεράνοι, αλλά φθηνοί Βλάντιμιρ Γιούγκοβιτς, Σιρίλ Ντομορό, Όλιβερ Μπίρχοφ που προστέθηκαν στο ρόστερ. Μέχρι να βρει τα πατήματά του ο Ντεσάμπ, η Μονακό γλίτωσε με τη 15η θέση της σεζόν 2001-2002. Την επομένη, όμως, διεκδίκησε το πρωτάθλημα μέχρι τέλους και το έχασε από τη Λιόν για 1 βαθμό, ενώ κατέκτησε και το λιγκ καπ της χώρας.
Η εκδίκηση ομάδων όπως η Λιόν, η Μαρσέιγ και η Παρί Σεν Ζερμέν δεν ήρθε ποτέ. Οι κορυφαίοι σύλλογοι της Γαλλίας αντιμετώπιζαν πάντοτε τη Μονακό με απέχθεια λόγω της κατάφωρης αδικίας στο καθεστώς των μεταγραφών, το οποίο ευνοεί τους Μονεγάσκους λόγω της έλειψης φορολογίας στο Πριγκιπάτο. Ως εκ τούτου, η Μονακό κατάφερε να "κλέψει" τον Φερνάντο Μοριέντες από τη Λιόν έστω κι αν δεν μπορούσε να κάνει μεταγραφές, αφού το συμβόλαιο που του προσέφερε για τον ετήσιο δανεισμό του, θα κόστιζε 50% περισσότερο στους Μασσαλούς, εάν κατέθεταν ισόποση πρόταση, εξαιτίας της φορολογίας στη Γαλλία.
Με προσθήκες, εκτός από αυτήν του Ισπανού φορ, τον Εμανουέλ Αντεμπαγιόρ (που είχε αγοραστεί πριν τη λήξη της προηγούμενης σεζόν), τον Ούγκο Ιμπάρα (δανεικός από την Πόρτο), τον Εντουάρντ Σισέ (δανεικός από την Παρί Σεν Ζερμέν) και τον Γιάροσλαβ Πλάσιλ (επιστροφή από δανεισμό σε Κρετέιγ), η Μονακό ξεκίνησε μία περιπέτεια στη Ligue 1, στο Champions League, στο Coupe de France και στο Coupe de la Ligue. Στην τελευταία διοργάνωση, όπου υπερασπίζονταν το τρόπαιοι, οι Μονεγάσκοι αποκλείστηκαν στους "32" χάνοντας από τη Μαρσέιγ του Ντιντιέ Ντρογκμπά με 2-0. Στο άλλο κύπελλο, επιβλήθηκαν 4-1 της Λιόν στους "16", αλλά στα προημιτελικά ηττήθηκαν εντός έδρας από τη Σατορού της Ligue 2. Οι επιτυχίες, όμως, ήρθαν στα άλλα 2 "μέτωπα", τα πιο σημαντικά.
Στο Champions League, ο Νοέμβριος του 2003 τους βρήκε θριαμβευτές σε ένα από τα καλύτερα παιχνίδια στην ιστορία του θεσμού, τη νίκη 8-3 επί της Λα Κορούνια, με τον Νταντό Πρσο να σημειώνει καρέ τερμάτων. Λίγο αργότερα, τον Ιανουάριο του 2004, η Μονακό σκορπάει τη Λιόν με 3-0 στο "Λουί Ντε" και ξεφεύγει 10 βαθμούς από την πρωταθλήτρια Γαλλίας. Το νερό είχε μπει στο αυλάκι και η απογοήτευση του υποβιβασμού στα χαρτιά λόγω χρεών στην αρχή της σεζόν έμοιαζε με ιστορία πιο αρχαία και από αυτήν του Ναπολέοντα.
Η ανεξήγητη και ασυγχώρητη αγωνιστική κατρακύλα που ακολούθησε στη Ligue 1 πέρασε σε δεύτερη μοίρα λόγω των "θαυμάτων" της παρέας του Ντεσάμπ στο Champions League. Μετά την άνετη πρόκριση από τη φάση των ομίλων και τη δύσκολη από τη φάση των 16 (Λοκομοτίβ Μόσχας), η κληρωτίδα την έφερε αντιμέτωπη με την Ρεάλ Μαδρίτης, η οποία... συνήθιζε στα άρτια έτη να κατακτά τον θεσμό. Το 4-2 του "Σαντιάγο Μπερναμπέου" επιβεβαίωνε τις ορέξεις των Καστιγιάνων, ωστόσο το ηθικό των Μονεγάσκων παρέμεινε ακμαίο. Το πνεύμα νικητή που διακατείχε πάντοτε τον Ντεσάμπ μεταλαμπαδεύθηκε στον Ζιουλί, στον Ροτέν, στον Πρσο ακόμα και στον Ακη Ζήκο που έπαιξε τον δικό του, σημαντικό ρόλο. Σε συνδυασμό με τη "δίψα" του Μοριέντες για εκδίκηση μετά τον εκτοπισμό του από το ρόστερ των "μερέγκες", η Μονακό υπέταξε την Ρεάλ του Ίκερ Κασίγιας, του Ρομπέρτο Κάρλος, του Ζινεντίν Ζιντάν, του Λουίς Φίγκο, του Ραούλ και του Ρονάλντο, επικρατώντας 3-1 στο Πριγκιπάτο.
Η θαυμάσια πορεία είχε εξίσου μεγαλειώδη συνέχεια. Επόμενος αντίπαλος η Τσέλσι, στην "παρθενική" χρονιά του Ρόμαν Αμπράμοβιτς στο "τιμόνι" της. Η Μονακό, μία ομάδα με θεσπέσιο ταλέντο και ατρόμητη, επιθετική νοοτροπία, δεν τρομοκρατήθηκε από το γεγονός πως έμεινε με 10 παίκτες κι ενώ το πρώτο ματς στο "Λουί Ντε" ήταν στο 1-1. Εξακολούθησε να επιτίθεται και δικαιώθηκε με νίκη 3-1. Στον επαναληπτικό ημιτελικό, το 2-2 του "Στάμφορντ Μπριτζ" θα μπορούσε να καταστήσει τη Μονακό ως το σύλλογο της σεζόν, εάν δεν υπήρχε ένας συγκεκριμένος Πορτογάλος προπονητής και τα "μαγικά" του. Η Πόρτο του Ζοζέ Μουρίνιο αποδείχθηκε αξεπέραστος "σκόπελης", ειδικά από τη στιγμή που η Μονακό έχασε τον ηγέτη της, τον "πυραυλοκίνητο" Ζιουλί, μόλις στο 20' λόγω τραυματισμού κι ενώ το αποτέλεσμα σε εκείνο το χρονικό σημείο ήταν 0-0. Την ιστορία ανέκαθεν έγραφαν οι νικητές κι έτσι από το παιχνίδι της "Φέλτινς Αρένα" μνημονεύονται μόνο τα 3 γκολ των "δράκων", μιας σαφώς λιγότερο θεαματικής ομάδας από τους Μονεγάσκους, με μεγαλύτερο υπόβαθρο ώστε να φτάσουν μέχρι αυτήν την επιτυχία.
Ο Ζιουλί έφυγε για την Μπαρτσελόνα, ο Ροτέν για την Παρί Σεν Ζερμέν, ο Μοριέντες επέστρεψε στη Ρεάλ Μαδρίτης, ο Πρσο αναζήτησς την τύχη του στη Σκοτία. Μετά από μία σχετικά άσχημη εκκίνηση στην επόμενη σεζόν, ο Μονακό τερμάτισε ξανά 3η, έφτασε μέχρι τους 16 του Champions League και διατηρήθηκε σε υψηλό επίπεδο. Ωστόσο τη νέα σεζόν, η κόντρα του Ντεσάμπ με τη διοίκηση και τα αρνητικά αποτελέσματα οδήγησαν τον Γάλλο τεχνικό σε παραίτηση τον Σεπτέμβριο, με τον Φραντσέσκο Γκουιντολίν να τον διαδέχεται στον πάγκο.
Κάπου εκεί έκλεισε οριστικά ο κύκλος της σπουδαίας Μονακό της δεκαετίας. Οι Εβρά, Σκιλασί, Αντεμπαγιόρ και Ζουλιάν Ροντριγκές αποτέλεσαν παρελθόν το καλοκαίρι του 2005, όταν και άρχισε το "γαϊτανάκι" μεταγραφών ποδοσφαιριστών, προπονητών και... προέδρων. Τον "προσωρινό" Σβαρά διαδέχθηκε ως μόνιμος ο Μισέλ Παστόρ. Μετά από 4 χρόνια γεμάτα κριτική και αγωνιστικές αποτυχίες, αποχώρησε από τη θέση του. Τη λύση ήρθε να δώσει τον Απρίλιο του 2008 ο Ζερόμ ντε Μποντέν, συμφοιτητής του Πρίγκιπα Αλβέρτου στο τμήμα οικονομικών του κολλεγίου της Μασαχουσέτης και διευθυντικό στέλεχος του συλλόγου από το 2002.
"Όταν ο Πρίγκιπας Αλβέρτος μου τηλεφώνησε, η αποστολή μου ήταν να διασώσω τον σύλλογο από χρεοκοπία, αφού η οικονομική κατάσταση δεν ήταν βιώσιμη", εξήγησε ο πρώτος μη Μονεγάσκος πρόεδρος (γεννήθηκε στο Παρίσι) στην ιστορία της Μονακό. Με στόχο να εξαλείψει το φαινόμενο της κακοδιαχείρισης που έπληξε την ομάδα τα προηγούμενα χρόνια, προχώρησε σε περικοπές και ρίσκαρε τη φήμη του, απολύοντας τον αθλητικό διευθυντή Μαρκ Κελέρ και τον Ζαν Λικ Ετορί, παλιά "σημαία" του συλλόγου, μέλος του προπονητικού επιτελείου επί 32 χρόνια. "Υπήρχε πολύς κόσμος χωρίς σκοπό, που κόστιζε πολλά χρήματα και έπρεπε να τον ξεφορτωθώ".

Ο ντε Μποντέν παραχώρησε τον Ζερεμί Μενέζ στη Ρόμα έναντι 14.000.000 ευρώ, τον Φρεντερίκ Πικιόν στη Λιόν έναντι 5.000.000 ευρώ, τον Σιλβέν Μονσορό στη Σεντ Ετιέν για 2.000.000 ευρώ και επένδυσε λιγότερα από 4.000.000 ευρώ για τους Αλεχάντρο Αλόνσο από την Μπορντό και Τσου Γιουνγκ Παρκ από την Σεούλ (ανοίγοντας τον δρόμο για πώληση τηλεοπτικών δικαιωμάτων της Ligue 1 στη Νότια Κορέα). Τα έξοδα για μισθούς "ψαλιδίστηκαν" από 28.000.000 ευρώ ετησίως σε 17.500.000 ευρώ και η εντολή που δόθηκε στον προπονητή Ρικάρντο ήταν σαφής: παραμονή στην κατηγορία.
Ο Βραζιλιάνος, παρά το περιορισμένο μπάτζετ, πέτυχε να τερματίσει 12ος στην πρώτη σεζόν του και 11ος στην επόμενη. "Μέσα σε 1 χρόνο στο σύλλογο, αισθάνθηκα πως έσωσα την ομάδα από την ανυποληψία και την άφησα με ανταγωνιστικό ρόστερ, πολύ χαμηλούς μισθούς και έναν προπονητή αφοσιωμένο στην αποστολή του", συνέχισε ο ντε Μποντέν.
Η παραίτησή του τον Μάρτιο του 2009 (η παρουσία του στον προεδρικό θώκο ήταν προγραμματισμένα βραχυπρόθεσμη) βρήκε στο πόστο του τον Ετιέν Φρανζί, στον οποίο έδωσε ρητές οδηγίες να κρατήσει τον Ρικάρντο στο "τιμόνι" (ο ντε Μποντέν ήταν ο μοναδικός πρόεδρος μετά τον Καμπορά που δεν άλλαξε προπονητή) και να μην κάνει τα λάθη του παρελθόντος, υπερπληρώνοντας για ταλέντα. Ο Φρανζί, ο οποίος ήταν επικεφαλής της πετυχημένης ομάδας μπάσκετ της Μονακό προτού χρεοκοπήσει τη δεκαετία του '70, δεν εισάκουσε στις εντολές. Απέλυσε τον Ρικάρντο, έφερε τον Γκι Λακόμπ και επιβάρυνε την ομάδα με τον δανεισμό του Έιντουρ Γκούντιονσεν με ετήσιο μισθό 3.000.000 ευρώ. Επανέφερε, δε, τον Κελέρ στη θέση του αθλητικού διευθυντή. Οι κινήσεις του Φρανζί προκάλεσαν φόβο μετά το μπάσκετ, θα καταστρέψει και το ποδοσφαιρικό τμήμα. "Ο σύλλογος βρίσκεται σε επικίνδυνη θέση, αφού πληρώνει πάρα πολλά για παίκτες και απέτυχε να δημιουργήσει ανταγωνιστική ομάδα", δηλώνει ο ντε Μποντέν.
Τα πρώτα δείγματα γραφής του Λακόμπ, πάντως, ήταν θετικά. Η Μονακό τερμάτισε 8η τη σεζόν 2009-2010, που είναι η υψηλότερη από το 2005 και την τελευταία χρονιά του Ντεσάμπ. Επιπλέον, έφτασε μέχρι τον τελικό του Κυπέλλου Γαλλίας, όπου ηττήθηκε στην παράταση με 1-0 από την Παρί Σεν Ζερμέν. Το κλίμα μεταστράφηκε μέσα σε λίγους μήνες. Ο Λακόμπ έπεισε τον Φρανζί να βάλει βαθιά το χέρι στην τσέπη για να δαπανήσει 7.000.000 ευρώ για τον επιθετικό της Σταντάρ Λιέγης, Ντιομερσί Μποκανί, ο οποίος σκόραρε μόλις 1 φορά στο πρώτο μισό της σεζόν και ακολούθως αποχώρησε ως δανεικός στην Βόλφσμπουργκ. Ο αρχηγός Αλόνσο ήρθε σε ρήξη με τον προπονητή του και τέθηκε εκτός ομάδας, ενώ ο Λακόμπ, αν και συνέθεσε ένα ρόστερ γεμάτο από νεαρούς και φερέλπιδες παίκτες, απέτυχε να τους εμπνεύσει και να βγάλει από μέσα τους τα προσδοκόμενα.
Στις πρώτες αγωνιστικές, ίσως με κεκτημένη ταχύτητα από την προηγούμενη σεζόν, η Μονακό έφτασε μέχρι και την 7η θέση, η οποία, όμως, ήταν η καλύτερη όλης της φετινής χρονιάς. Όταν τα κεκαλυμένα προβλήματα έκαναν την εμφάνισή τους, η πορεία ήταν μόνο κατηφορική. Και σε αυτήν την κάθοδο δεν έπαιζαν ρόλο τα χρήματα, αφού οι Μονεγάσκοι είχαν το 7ο κατά σειρά μπάτζετ της Ligue 1 με 53.000.000 ευρώ, μόλις κατά 2.000.000 ευρώ χαμηλότερο από τη μετέπειτα νταμπλούχο Λιλ.
Ο αποκλεισμός της Μονακό στο Coupe de France από τη Σαμπερί, ομάδα 5ης τη τάξει κατηγορίας του γαλλικού πρωταθλήματος, επέφερε την αποπομπή ενός οργισμένου από τους παίκτες του Λακόμπ. Το περιοδικό "France Football" κατηγόρησε τον Λακόμπ πως "δηλητηρίασε" την ατμόσφαιρα στην ομάδα και για να ξεδιαλύνει το κλίμα χρειαζόταν ένας άνθρωπος που γνώριζε καλά τα κατατόπια. Η διοίκηση απευθύνθηκε στον Λοράν Μπανίντ, γιο του Ζεράρ που είχε κατακτήσει πρωτάθλημα και κύπελλο με τη Μονακό στο παρελθόν και πρώην τεχνικού της ομάδας για ένα διάστημα το 2006-2007. Ο 42χρονος πρωτοσυνδέθηκε με το σύλλογο το 1975, όταν εντάχθηκε στις ακαδημίες του και μέχρι να προαχθεί σε πρώτο τεχνικό το 2006 ήταν προπονητής στα "μικρά" τμήματα της Μονακό για 15 χρόνια. Πρωτοανέλαβε την ομάδα στη 19η θέση τον Οκτώβριο του 2006 και όταν έφυγε στο τέλος της σεζόν, την άφησε 9η, μόλις 7 πόντους μακριά από την 3η θέση. Σε 28 ματς είχε 1,57 πόντους μέσο όρο, επίδοση που την προηγούμενη δεκαετία ξεπέρασε μόνο ο Ντεσάμπ με 1,67 πόντους ανά αγώνα.
"Κοίταξα την καρδιά μου και αποφάσισα να επιστρέψω στο σύλλογο. Η ομάδα υστερεί σε αυτοπεποίθηση και όλοι πρέπει να αποδώσουμε σύμφωνα με τις δυνατότητές μας", υπογράμμισε στις προγραμματικές δηλώσεις της επιστροφής του. Μαζί με αυτόν, έφτασαν στο Πριγκιπάτο ο Μαχαμαντού Ντιαρά ως δανεικός από τη Ρεάλ Μαδρίτης ("αποδιοπομπαίος τράγος" για την ήττα από τη Νις), ο Πασκάλ Φεϊντουνό (μόλις 2 συμμετοχές) και ο Μούσα Μαζού ως δανεικός από την ΤΣΣΚΑ Μόσχας (μετά από έναν ταραχώδη δανεισμό στην Μπορντό), ο οποίος υπέστη ρήξη χιαστών στην προπόνηση έχοντας προσφέρει μόλις σε 21 αγωνιστικά λεπτά. Δίχως ουσιαστική ενίσχυση, λοιπόν, όλο το βάρος έπεσε στο "μαγικό ραβδί" του Μπανίντ. Δεν διέθετε. Οι σχέσεις στην ομάδα βελτιώθηκαν, αλλά τα αποτελέσματα δεν ήρθαν ποτέ. Στο δεύτερο μισό της σεζόν η Μονακό κατέκτησε 25 πόντους (από τους συνολικά 44), αλλά δεν τα κατάφερε. Η συνέντευξη Τύπου μετά το ματς με τη Λιόν έφερε μόνο δάκρυα στον Μπανίντ...
"Δεν χάσαμε τη θέση μας στη Ligue 1 μόνο από το τελευταίο παιχνίδι. Δεν είμαι σε θέση να σας πω εάν τη χάσαμε τους τελευταίους 5 μήνες, την τελευταία σεζόν ή είναι βαθύτερα τα αίτια όσων συμβαίνουν εδώ και καιρό", δήλωσε ο Μπανίντ μετά τον αγώνα με τους "γκον", υποδηλώνοντας πως για τον υποβιβασμό δεν ευθύνεται μόνο η ανικανότητα της Μονακό να νικήσει πχ. την καταδικασμένη εξ αρχής Αρλ, την ομάδα της γενέτειρας του Τζιμπρίλ Σισέ, η οποία είχε μαζέψει μόλις 8 πόντους με 1 νίκη στα πρώτα 19 παιχνίδια της σεζόν.
Από την πορεία προς την κορυφή της Ευρώπης του 2004 η Μονακό απέκτησε 55 ποδοσφαιριστές και παραχώρησε 66, με συνέπεια να χαθεί κάθε έννοια συνέχειας στο "Λουί Ντε". Πέντε προπονητές (Γκουιντολίν, Μπόλονι, Μπανίντ, Ρικάρντο, Λακόμπ) επιχείρησαν εις μάτην να "αναγεννήσουν" την ομάδα και όλοι τους αντικαταστάθηκαν πριν προλάβουν να γευτούν κάποια επιτυχία. Αυτό οφείλεται εν πολλοίς και στην εξίσου συχνή αλλαγή "σκυτάλης" και στον προεδρικό θώκο. Η μετα-Καμπορά εποχή περιλαμβάνει 4 προέδρους (Σβαρά, Παστόρ, ντε Μποντέν, Φρανζί) να πασχίζουν να ξαναφέρουν την προσέλευση στο "Λουί Ντε" στα επίπεδα του 2004, έστω κι αν σε σύγκριση με τα υπόλοιπα γαλλικά γήπεδα είναι μικρή.
Οι διαφορές της Μονακό 2004 με τη Μονακό 2011 είναι χαώδεις σε κάθε επίπεδο. Ακόμα και το παιχνίδι της έχει αλλάξει. Από επιθετικό, παθιασμένο, ταχύτατο, με άγνοια κινδύνου, έχει μεταβληθεί σε αμυντικό, βαρετό, προβλέψιμο. Ενα ποδόσφαιρο που σε καμία περίπτωση δεν θα υιοθετούσε η ομάδα προ επταετίας. Ο αρχηγός του συλλόγου, Αλεχάντρο Αλόνσο, εξήγησε πως οι Μονεγάσκοι έχουν έλλειψη χαρακτήρα, πνεύματος. Δεν μίλησε για την έλλειψη ποιότητας που επίσης πλήττει το ρόστερ, αφού με εξαίρεση τον τερματοφύλακα Στεφάν Ρουφιέ, δύσκολα κάποια εκ των Μαρσέιγ, Παρί Σεν Ζερμέν και Λιόν θα ενδιαφέρονταν για κάποιο παίκτη της Μονακό.
Η αποχώρηση του Φρανσουά Μοντέστο για τον Ολυμπιακό και του Ντιέγο Πέρες για την Μπολόνια έριξαν την "αυλαία" της ομάδας του Ντεσάμπ. Οι 2 παίκτες ήταν οι τελευταίοι που είχαν απομείνει από εκείνη την εποχή, που διατηρούσαν "ζωντανούς" τους δεσμούς του "τότε" με το "τώρα". Στη Ligue 2 οι Μονεγάσκοι δεν θα έχουν την ευκαιρία να κάνουν τα ίδια ακριβά, λάθη με την μετά-Ντεσάμπ εποχή. "Θα δούμε τις επόμενες ημέρες τι μας συμφέρει να κάνουμε, αλλά θα είναι απαραίτητο να προχωρήσουμε σε περικοπές σε όλα τα επίπεδα", εξήγησε ο Φρανζί.
Με την προσέλευση στο "Λουί Ντε" να μην αποτελεί ούτε στο παραμικρό πηγή εσόδων για τον σύλλογο, μετά τα μόλις 11.140 εισιτήρια που "κόπηκαν" στον "νυν υπερ παντων" αγώνα με τη Λιόν, έστω κι αν κόστιζαν μόλις 5 ευρώ το ένα. Η βασιλική οικογένεια αναμένεται να κλείσει την "κάνουλα" βλέποντας τις χρόνιες επενδύσεις της να πηγαίνουν στράφι. Μοναδική λύση στον ορίζοντα, αυτή που εξ αρχής τοποθέτησε τους Μονεγάσκους στην ελίτ του γαλλικού ποδοσφαιρικού κόσμου και δεν είναι άλλη από την εμπιστοσύνη στις ακαδημίες.
Από τον Μανουέλ Αμορός και τον Ζαν Λικ Ετορί, στον Εμανουέλ Πετί και τον Λιλιάν Τιράμ και λίγο αργότερα στους Τιερί Ανρί και Νταβίντ Τρεζεγκέ, το Πριγκιπάτο ανέκαθεν αποτέλεσε "βιομηχανική" μονάδα παραγωγής ταλέντων. Το τρέχον ρόστερ της Μονακό απαρτίζεται από σωρεία άπειρων, αλλά ελπιδοφόρων ποδοσφαιριστών νεαρής ηλικίας που αποζητούν σωστή διαχείριση για να παρουσιάσουν το ταλέντο τους. Οι Νικολά Ενκουλού, Σεντρίκ Μονγκονγκού, Φρεντερίκ Μπιλό, Ναμπαλί Μεντί και Τέρενς Μακένγκο ίσως να συνθέτουν τη μοναδική διέξοδο σωτηρίας για έναν σύλλογο που διήνυσε την απόσταση από το ζενίθ στο ναδίρ μέσα σε μόλις μία δεκαετία...
Ο προπονητής που οδήγησε τη Μονακό στην κατάκτηση του τελευταίου πρωταθλήματός της, το 2000, και πάλαι ποτέ "θρύλος" της, ο Κλοντ Πιελ, τώρα την έριχνε κατηγορία, χωρίς καν (εκ του αποτελέσματος) αυτή η νίκη να διαφοροποιεί τα δεδομένα για την νέα ομάδα του, τη Λιόν. Οι "γκον" θα έβγαιναν ούτως ή άλλως στα προκριματικά του Champions League μετά την γκέλα της Παρί Σεν Ζερμέν και ο Γάλλος τεχνικός λογικά θα απουσιάσει από αυτά τα παιχνίδια, μιας και εδώ και καιρό τελεί υπό καθεστώς... προγραμματισμένης απομάκρυνσης. Τι συνέβη, λοιπόν, στην ομάδα που έφερε στο προσκήνιο ορισμένους από τους σπουδαιότερους σύγχρονους Γάλλους παίκτες και από πρωταθλήτρια Γαλλίας του 2000 και φιναλίστ της κορυφαίας διασυλλογικής διοργάνωσης του 2004, βρέθηκε μεταξύ φθοράς και αφθαρσίας; Το Contra.gr προσπαθεί να ξετυλίξει το κουβάρι...
Μία "γαλαζοαίματη" ομάδα
Το ιδιότυπο καθεστώς που διέπει τον σύλλογο καθιστά δύσκολο τον ορθό εντοπισμό της απαρχής σε αυτήν την ιστορία επιτυχίας και αποτυχίας, ζενίθ και ναδίρ. Οι άρρηκτες σχέσεις του συλλόγου με την πριγκιπική οικογένεια αποτελούσαν πάντα σημείο αναφοράς στα καλά και στα άσχημα της πορείας των Μονεγάσκων στο γαλλικό ποδόσφαιρο. Από το 1953, όταν πρωτοέδωσε αγώνα επιπέδου Ligue 1 απέναντι στην Τουλούζ, ο σύλλογος του Μονακό αποτελούσε καμάρι για τους γαλαζοαίματους εξέχοντες της περιοχής. Οι δεσμοί ήταν τόσο στενοί, που το τότε αστέρι της ομάδας και μετέπειτα ομοσπονδιακός τεχνικός της Γαλλίας, Μισέλ Ινταλγκό, ήταν προσωπικός προπονητής -στους κήπους του παλατιού- του νεαρού γιου του Πρίγκιπα Ρενιέ και διαδόχου του, Αλβέρτου. Μέσα σε 5 χρόνια είχε επέλθει ανέλιξη στο status του συλλόγου και η άφιξη του προπονητή Λουσιάν Λεντίκ το 1958-1959 σήμανε τη νέα εποχή. Το 1960 έφερε το πρώτο τρόπαιο, το Coupe de France απέναντι στη Σεντ Ετιέν (4-2) και την επόμενη σεζόν ήρθε η νέα εμφάνιση, με το περίφημο διαγώνιο διαχωριστικό, εισήγηση της Πριγκίπισσας Γκρέις. Η αλλαγή αυτή αποδείχθηκε γούρικη, με τη Μονακό να στέφεται πρωταθλήτρια φορώντας τις νέες στολές το 1960-1961. Δύο χρόνια μετά έκανε το νταμπλ και κάπου εκεί έκλεισε ο πρώτος κύκλος επιτυχιών, με τον υποβιβασμό του 1969.
Ο νέος κύκλος χαράσσεται το 1976, με την ανάληψη του προεδρικού θώκου από τον νεαρό Ζαν Λουί Καμπορά. Η πρώτη κίνησή του ήταν να επαναφέρει τον Λεντίκ στην ομάδα, επιφορτίζοντάς τον με καθήκοντα διασύνδεσης πρώτης ομάδας και ακαδημιών, που τότε βρίσκονταν υπό την επίβλεψη του Ζεράρ Μπανίντ, πατέρα του νυν προπονητή του συλλόγου, Λοράν. Η άφιξη του Αργεντινού επιθετικού Ντέλιο Ονις, που ολοκλήρωσε την καριέρα του στην ομάδα με 223 γκολ, επιτάχυνε την ανάκαμψη και το 1977-1978 η "νεοφώτιστη" Μονακό κατακτούσε το πρωτάθλημα. Δύο χρόνια αργότερα ήρθε το 2ο κύπελλο της ιστορίας και η δεκαετία του '80 χρωματίστηκε με νέες "ερυθρόλευκες" επιτυχίες και παίκτες όπως ο Ζαν Λικ Ετορί (602 συμμετοχές στο πρωτάθλημα), Ρολάν Κουρμπίς και Κριστιάν Νταλζέ.

Στο δρόμο των επιτυχιών
Η πρόσληψη του (άσημου) προπονητή της Νανσί, Αρσέν Βενγκέρ, το 1987, σε συνδυασμό με την ανάδειξη του Μανουέλ Αμορός, έφερε νέες επιτυχίες στο Πριγκιπάτο. Ο Αλσατός τεχνικός οδήγησε τη Μονακό στην κατάκτηση του πρωταθλήματος στο πρώτο από τα 7 χρόνια που κάθισε στο "Λουί Ντε" (το οποίο φιλοξένησε το σύλλογο για πρώτη φορά το 1985) και άνοιξε τους δρόμους για την έλευση σπουδαίων παικτών από το εξωτερικό. Ο Γκλεντ Χοντλ έκανε την αρχή, ο Ζορζ Γουεά ακολούθησε ως ταλέντο από τη Λιβερία και πλέον η Μονακό ανταγωνιζόταν σε πανευρωπαϊκό επίπεδο. Η εποχή Βενγκέρ στη Γαλλία συνέπεσε με την παντοκρατορία, με έννομους και... παράνομους τρόπους, της Μαρσέιγ του Μπερνάρ Ταπί εντός των συνόρων κι έτσι η συλλογή τροπαίων έγινε δύσκολη υπόθεση. Υπήρχε, όμως, η Ευρώπη. Η συμμετοχή στον τελικό του Κυπέλλου Κυπελλούχων του 1992 ήταν η αρχή και παρά την ήττα από τη Βέρντερ Βρέμης του Οτο Ρεχάγκελ, η συνέχεια ήταν εξίσου σπουδαία, αφού πήραν τη θέση της τιμωρημένης Μαρσέιγ στο επόμενο Champions League κι έφτασαν μέχρι τα ημιτελικά, όπου υποτάχθηκαν από τη μετέπειτα θριαμβεύτρια Μπαρτσελόνα. Οι Γίργκεν Κλίνσμαν, Έντσο Σίφο, Βίκτορ Ικπέμπα και Γιουρί Τζορκαέφ φόρεσαν τη φανέλα της Μονακό ανά διαστήματα, ωστόσο η μεγαλύτερη επιτυχία του συλλόγου ήταν η παραγωγή παικτών όπως ο Εμανουέλ Πετί, ο Λιλιάν Τιράμ, ο Τιερί Ανρί και ο Νταβίντ Τρεζεγκέ που στη δεκαετία του '90 "ανδρώθηκαν" ποδοσφαιρικά στο Πριγκιπάτο. Ο τελευταίος, μαζί με τους Φαμπιάν Μπαρτέζ, Ράφαελ Μάρκες, Σαμπρί Λαμουσί, Μαρσέλο Γκαγιάρδο, Πάμπλο Κοντρέρας, Μάρκο Σιμόνε, Ντάντο Πρσο, Τζον Αρνε Ρίισε, Λιουντοβίκ Ζιουλί και άλλους συνπυπήρξαν στην 7η και τελευταία πρωταθλήτρια ομάδα της Μονακό, της σεζόν 1999-2000.
Μέσα σε 2 καλοκαίρια, αυτή επιτυχημένη ομάδα είχε "ξεκληριστεί". Ο Κλοντ Πιελ που την οδήγησε στον θρίαμβο του 2000 έκλεισε την "πόρτα" το 2001 μαζί με τους Ρίισε, Κοστίνια, Φιλίπ Κριστανβάλ, Μάρτιν Τζετού και Κοντρέρας και πλέον η Μονακό θύμιζε σε λίγα πράγματα μία πρωταθλήτρια Γαλλίας. Η 11η θέση του 2000-2001 (αν και φιναλίστ στο λιγκ καπ) έφερε στο "τιμόνι" τον Ντιντιέ Ντεσάμπ, που πραγματοποιούσε τα πρώτα προπονητικά βήματα και σε μία δύσκολη οικονομικά εποχή για τον σύλλογο δεν αξίωνε σπατάλες. Εξ ου και οι βετεράνοι, αλλά φθηνοί Βλάντιμιρ Γιούγκοβιτς, Σιρίλ Ντομορό, Όλιβερ Μπίρχοφ που προστέθηκαν στο ρόστερ. Μέχρι να βρει τα πατήματά του ο Ντεσάμπ, η Μονακό γλίτωσε με τη 15η θέση της σεζόν 2001-2002. Την επομένη, όμως, διεκδίκησε το πρωτάθλημα μέχρι τέλους και το έχασε από τη Λιόν για 1 βαθμό, ενώ κατέκτησε και το λιγκ καπ της χώρας. Από τη... Ligue 2 στην απογείωση
Τον Ιούνιο του 2003, όμως, ήρθε η καταστροφή. Η ελεγκτική επιτροπή οικονομικών της γαλλικής λίγκας πήρε την απόφαση να υποβιβάσει τους Μονεγάσκους λόγω των υπέρογκων χρεών που άγγιζαν τα 50.000.000 ευρώ. Στην έφεση που κατέθεσαν, κατάφεραν να κερδίσουν την παραμονή τους στη Ligue 1, ωστόσο θα έπρεπε να ολοκληρώσουν τη σεζόν χωρίς μεταγραφές. Ο επί 28 χρόνια ηγέτης και φανατικός φίλος του συλλόγου, Ζαν Λουί Καμπορά, δεν είχε άλλο δρόμο από την αποχώρηση μετά από 5 πρωταθλήματα, αφήνοντας τις τύχες του συλλόγου στον Πιερ Σβαρά. Η "ένεση" χρημάτων από τη βασιλική οικογένεια διέσωσε τα ταμεία του συλλόγου και η Μονακό επέστρεφε στο παιχνίδι. Η εκδίκηση ομάδων όπως η Λιόν, η Μαρσέιγ και η Παρί Σεν Ζερμέν δεν ήρθε ποτέ. Οι κορυφαίοι σύλλογοι της Γαλλίας αντιμετώπιζαν πάντοτε τη Μονακό με απέχθεια λόγω της κατάφωρης αδικίας στο καθεστώς των μεταγραφών, το οποίο ευνοεί τους Μονεγάσκους λόγω της έλειψης φορολογίας στο Πριγκιπάτο. Ως εκ τούτου, η Μονακό κατάφερε να "κλέψει" τον Φερνάντο Μοριέντες από τη Λιόν έστω κι αν δεν μπορούσε να κάνει μεταγραφές, αφού το συμβόλαιο που του προσέφερε για τον ετήσιο δανεισμό του, θα κόστιζε 50% περισσότερο στους Μασσαλούς, εάν κατέθεταν ισόποση πρόταση, εξαιτίας της φορολογίας στη Γαλλία.

Στο Champions League, ο Νοέμβριος του 2003 τους βρήκε θριαμβευτές σε ένα από τα καλύτερα παιχνίδια στην ιστορία του θεσμού, τη νίκη 8-3 επί της Λα Κορούνια, με τον Νταντό Πρσο να σημειώνει καρέ τερμάτων. Λίγο αργότερα, τον Ιανουάριο του 2004, η Μονακό σκορπάει τη Λιόν με 3-0 στο "Λουί Ντε" και ξεφεύγει 10 βαθμούς από την πρωταθλήτρια Γαλλίας. Το νερό είχε μπει στο αυλάκι και η απογοήτευση του υποβιβασμού στα χαρτιά λόγω χρεών στην αρχή της σεζόν έμοιαζε με ιστορία πιο αρχαία και από αυτήν του Ναπολέοντα.
Η ανεξήγητη και ασυγχώρητη αγωνιστική κατρακύλα που ακολούθησε στη Ligue 1 πέρασε σε δεύτερη μοίρα λόγω των "θαυμάτων" της παρέας του Ντεσάμπ στο Champions League. Μετά την άνετη πρόκριση από τη φάση των ομίλων και τη δύσκολη από τη φάση των 16 (Λοκομοτίβ Μόσχας), η κληρωτίδα την έφερε αντιμέτωπη με την Ρεάλ Μαδρίτης, η οποία... συνήθιζε στα άρτια έτη να κατακτά τον θεσμό. Το 4-2 του "Σαντιάγο Μπερναμπέου" επιβεβαίωνε τις ορέξεις των Καστιγιάνων, ωστόσο το ηθικό των Μονεγάσκων παρέμεινε ακμαίο. Το πνεύμα νικητή που διακατείχε πάντοτε τον Ντεσάμπ μεταλαμπαδεύθηκε στον Ζιουλί, στον Ροτέν, στον Πρσο ακόμα και στον Ακη Ζήκο που έπαιξε τον δικό του, σημαντικό ρόλο. Σε συνδυασμό με τη "δίψα" του Μοριέντες για εκδίκηση μετά τον εκτοπισμό του από το ρόστερ των "μερέγκες", η Μονακό υπέταξε την Ρεάλ του Ίκερ Κασίγιας, του Ρομπέρτο Κάρλος, του Ζινεντίν Ζιντάν, του Λουίς Φίγκο, του Ραούλ και του Ρονάλντο, επικρατώντας 3-1 στο Πριγκιπάτο.

Διάλυση λόγω χρεών
Στον αγωνιστικό χώρο η Μονακό πραγματοποιούσε θαύματα, τόσο στην Ευρώπη, με την παρουσία της στον τελικό, όσο και στη Γαλλία, με την... απώλεια του πρωταθλήματος (ήταν 10 βαθμούς μπροστά από τη Λιόν τον Ιανουάριο) και τον τερματισμό στην 3η θέση της Ligue 1. Εξωαγωνιστικά, όμως, η απειρία του Σβαρά αποδείχθηκε τροχοπέδη για τη μακροημέρευση του συλλόγου. Τα εκτός πραγματικότητας πριμ που είχε τάξει στους παίκτες ξεπερνούσαν το μέγεθος των εσόδων, με συνέπεια η πιο πετυχημένη σεζόν της σύγχρονης Μονακό σε αγωνιστικό επίπεδο, να είναι ταυτόχρονα η χειρότερη στην ιστορία της σε οικονομικό. Η πρόταση ανανέωσης του κορυφαίου παίκτη του συλλόγου, πρωτεργάτη των επιτυχιών του 2003-2004 και πιο ακριβής μεταγραφής στην ιστορία της Μονακό ήταν... μικρότερη σε απολαβές από αυτές που εισέπραττε μέχρι εκείνο το καλοκαίρι. Ο Ζιουλί έφυγε για την Μπαρτσελόνα, ο Ροτέν για την Παρί Σεν Ζερμέν, ο Μοριέντες επέστρεψε στη Ρεάλ Μαδρίτης, ο Πρσο αναζήτησς την τύχη του στη Σκοτία. Μετά από μία σχετικά άσχημη εκκίνηση στην επόμενη σεζόν, ο Μονακό τερμάτισε ξανά 3η, έφτασε μέχρι τους 16 του Champions League και διατηρήθηκε σε υψηλό επίπεδο. Ωστόσο τη νέα σεζόν, η κόντρα του Ντεσάμπ με τη διοίκηση και τα αρνητικά αποτελέσματα οδήγησαν τον Γάλλο τεχνικό σε παραίτηση τον Σεπτέμβριο, με τον Φραντσέσκο Γκουιντολίν να τον διαδέχεται στον πάγκο.
Κάπου εκεί έκλεισε οριστικά ο κύκλος της σπουδαίας Μονακό της δεκαετίας. Οι Εβρά, Σκιλασί, Αντεμπαγιόρ και Ζουλιάν Ροντριγκές αποτέλεσαν παρελθόν το καλοκαίρι του 2005, όταν και άρχισε το "γαϊτανάκι" μεταγραφών ποδοσφαιριστών, προπονητών και... προέδρων. Τον "προσωρινό" Σβαρά διαδέχθηκε ως μόνιμος ο Μισέλ Παστόρ. Μετά από 4 χρόνια γεμάτα κριτική και αγωνιστικές αποτυχίες, αποχώρησε από τη θέση του. Τη λύση ήρθε να δώσει τον Απρίλιο του 2008 ο Ζερόμ ντε Μποντέν, συμφοιτητής του Πρίγκιπα Αλβέρτου στο τμήμα οικονομικών του κολλεγίου της Μασαχουσέτης και διευθυντικό στέλεχος του συλλόγου από το 2002.
"Όταν ο Πρίγκιπας Αλβέρτος μου τηλεφώνησε, η αποστολή μου ήταν να διασώσω τον σύλλογο από χρεοκοπία, αφού η οικονομική κατάσταση δεν ήταν βιώσιμη", εξήγησε ο πρώτος μη Μονεγάσκος πρόεδρος (γεννήθηκε στο Παρίσι) στην ιστορία της Μονακό. Με στόχο να εξαλείψει το φαινόμενο της κακοδιαχείρισης που έπληξε την ομάδα τα προηγούμενα χρόνια, προχώρησε σε περικοπές και ρίσκαρε τη φήμη του, απολύοντας τον αθλητικό διευθυντή Μαρκ Κελέρ και τον Ζαν Λικ Ετορί, παλιά "σημαία" του συλλόγου, μέλος του προπονητικού επιτελείου επί 32 χρόνια. "Υπήρχε πολύς κόσμος χωρίς σκοπό, που κόστιζε πολλά χρήματα και έπρεπε να τον ξεφορτωθώ".

Η μικρομεσαία Μονακό
Δόθηκε μεγαλύτερη προσοχή στις μεταγραφικές κινήσεις του συλλόγου, αφού μετακινήεις τύπου Χαβιέρ Σαβιόλα, Μοχαμέντ Καλόν, Ερνέστο Τσεβαντόν, Κριστιάν Βιέρι, Γιαν Κόλερ και Μάρκο ντι Βάιο, που κατά καιρούς αποδεικνύονταν "φούσκες", άρχισαν να εκλείπουν. Σε αυτό συντέλεσε και το ολοένα και πιο κλειστό πορτοφόλι του Πρίγκιπα Αλβέρτου, ο οποίος προσέφερε πλέον τα απολύτως απαραίτητα. Τα υπόλοιπα χρήματα εξοικονομήθηκαν από τις πωλήσεις παικτών. Ο ντε Μποντέν παραχώρησε τον Ζερεμί Μενέζ στη Ρόμα έναντι 14.000.000 ευρώ, τον Φρεντερίκ Πικιόν στη Λιόν έναντι 5.000.000 ευρώ, τον Σιλβέν Μονσορό στη Σεντ Ετιέν για 2.000.000 ευρώ και επένδυσε λιγότερα από 4.000.000 ευρώ για τους Αλεχάντρο Αλόνσο από την Μπορντό και Τσου Γιουνγκ Παρκ από την Σεούλ (ανοίγοντας τον δρόμο για πώληση τηλεοπτικών δικαιωμάτων της Ligue 1 στη Νότια Κορέα). Τα έξοδα για μισθούς "ψαλιδίστηκαν" από 28.000.000 ευρώ ετησίως σε 17.500.000 ευρώ και η εντολή που δόθηκε στον προπονητή Ρικάρντο ήταν σαφής: παραμονή στην κατηγορία.
Ο Βραζιλιάνος, παρά το περιορισμένο μπάτζετ, πέτυχε να τερματίσει 12ος στην πρώτη σεζόν του και 11ος στην επόμενη. "Μέσα σε 1 χρόνο στο σύλλογο, αισθάνθηκα πως έσωσα την ομάδα από την ανυποληψία και την άφησα με ανταγωνιστικό ρόστερ, πολύ χαμηλούς μισθούς και έναν προπονητή αφοσιωμένο στην αποστολή του", συνέχισε ο ντε Μποντέν.
Η παραίτησή του τον Μάρτιο του 2009 (η παρουσία του στον προεδρικό θώκο ήταν προγραμματισμένα βραχυπρόθεσμη) βρήκε στο πόστο του τον Ετιέν Φρανζί, στον οποίο έδωσε ρητές οδηγίες να κρατήσει τον Ρικάρντο στο "τιμόνι" (ο ντε Μποντέν ήταν ο μοναδικός πρόεδρος μετά τον Καμπορά που δεν άλλαξε προπονητή) και να μην κάνει τα λάθη του παρελθόντος, υπερπληρώνοντας για ταλέντα. Ο Φρανζί, ο οποίος ήταν επικεφαλής της πετυχημένης ομάδας μπάσκετ της Μονακό προτού χρεοκοπήσει τη δεκαετία του '70, δεν εισάκουσε στις εντολές. Απέλυσε τον Ρικάρντο, έφερε τον Γκι Λακόμπ και επιβάρυνε την ομάδα με τον δανεισμό του Έιντουρ Γκούντιονσεν με ετήσιο μισθό 3.000.000 ευρώ. Επανέφερε, δε, τον Κελέρ στη θέση του αθλητικού διευθυντή. Οι κινήσεις του Φρανζί προκάλεσαν φόβο μετά το μπάσκετ, θα καταστρέψει και το ποδοσφαιρικό τμήμα. "Ο σύλλογος βρίσκεται σε επικίνδυνη θέση, αφού πληρώνει πάρα πολλά για παίκτες και απέτυχε να δημιουργήσει ανταγωνιστική ομάδα", δηλώνει ο ντε Μποντέν.
Τα πρώτα δείγματα γραφής του Λακόμπ, πάντως, ήταν θετικά. Η Μονακό τερμάτισε 8η τη σεζόν 2009-2010, που είναι η υψηλότερη από το 2005 και την τελευταία χρονιά του Ντεσάμπ. Επιπλέον, έφτασε μέχρι τον τελικό του Κυπέλλου Γαλλίας, όπου ηττήθηκε στην παράταση με 1-0 από την Παρί Σεν Ζερμέν. Το κλίμα μεταστράφηκε μέσα σε λίγους μήνες. Ο Λακόμπ έπεισε τον Φρανζί να βάλει βαθιά το χέρι στην τσέπη για να δαπανήσει 7.000.000 ευρώ για τον επιθετικό της Σταντάρ Λιέγης, Ντιομερσί Μποκανί, ο οποίος σκόραρε μόλις 1 φορά στο πρώτο μισό της σεζόν και ακολούθως αποχώρησε ως δανεικός στην Βόλφσμπουργκ. Ο αρχηγός Αλόνσο ήρθε σε ρήξη με τον προπονητή του και τέθηκε εκτός ομάδας, ενώ ο Λακόμπ, αν και συνέθεσε ένα ρόστερ γεμάτο από νεαρούς και φερέλπιδες παίκτες, απέτυχε να τους εμπνεύσει και να βγάλει από μέσα τους τα προσδοκόμενα.
Στις πρώτες αγωνιστικές, ίσως με κεκτημένη ταχύτητα από την προηγούμενη σεζόν, η Μονακό έφτασε μέχρι και την 7η θέση, η οποία, όμως, ήταν η καλύτερη όλης της φετινής χρονιάς. Όταν τα κεκαλυμένα προβλήματα έκαναν την εμφάνισή τους, η πορεία ήταν μόνο κατηφορική. Και σε αυτήν την κάθοδο δεν έπαιζαν ρόλο τα χρήματα, αφού οι Μονεγάσκοι είχαν το 7ο κατά σειρά μπάτζετ της Ligue 1 με 53.000.000 ευρώ, μόλις κατά 2.000.000 ευρώ χαμηλότερο από τη μετέπειτα νταμπλούχο Λιλ.
Ο αποκλεισμός της Μονακό στο Coupe de France από τη Σαμπερί, ομάδα 5ης τη τάξει κατηγορίας του γαλλικού πρωταθλήματος, επέφερε την αποπομπή ενός οργισμένου από τους παίκτες του Λακόμπ. Το περιοδικό "France Football" κατηγόρησε τον Λακόμπ πως "δηλητηρίασε" την ατμόσφαιρα στην ομάδα και για να ξεδιαλύνει το κλίμα χρειαζόταν ένας άνθρωπος που γνώριζε καλά τα κατατόπια. Η διοίκηση απευθύνθηκε στον Λοράν Μπανίντ, γιο του Ζεράρ που είχε κατακτήσει πρωτάθλημα και κύπελλο με τη Μονακό στο παρελθόν και πρώην τεχνικού της ομάδας για ένα διάστημα το 2006-2007. Ο 42χρονος πρωτοσυνδέθηκε με το σύλλογο το 1975, όταν εντάχθηκε στις ακαδημίες του και μέχρι να προαχθεί σε πρώτο τεχνικό το 2006 ήταν προπονητής στα "μικρά" τμήματα της Μονακό για 15 χρόνια. Πρωτοανέλαβε την ομάδα στη 19η θέση τον Οκτώβριο του 2006 και όταν έφυγε στο τέλος της σεζόν, την άφησε 9η, μόλις 7 πόντους μακριά από την 3η θέση. Σε 28 ματς είχε 1,57 πόντους μέσο όρο, επίδοση που την προηγούμενη δεκαετία ξεπέρασε μόνο ο Ντεσάμπ με 1,67 πόντους ανά αγώνα.
"Κοίταξα την καρδιά μου και αποφάσισα να επιστρέψω στο σύλλογο. Η ομάδα υστερεί σε αυτοπεποίθηση και όλοι πρέπει να αποδώσουμε σύμφωνα με τις δυνατότητές μας", υπογράμμισε στις προγραμματικές δηλώσεις της επιστροφής του. Μαζί με αυτόν, έφτασαν στο Πριγκιπάτο ο Μαχαμαντού Ντιαρά ως δανεικός από τη Ρεάλ Μαδρίτης ("αποδιοπομπαίος τράγος" για την ήττα από τη Νις), ο Πασκάλ Φεϊντουνό (μόλις 2 συμμετοχές) και ο Μούσα Μαζού ως δανεικός από την ΤΣΣΚΑ Μόσχας (μετά από έναν ταραχώδη δανεισμό στην Μπορντό), ο οποίος υπέστη ρήξη χιαστών στην προπόνηση έχοντας προσφέρει μόλις σε 21 αγωνιστικά λεπτά. Δίχως ουσιαστική ενίσχυση, λοιπόν, όλο το βάρος έπεσε στο "μαγικό ραβδί" του Μπανίντ. Δεν διέθετε. Οι σχέσεις στην ομάδα βελτιώθηκαν, αλλά τα αποτελέσματα δεν ήρθαν ποτέ. Στο δεύτερο μισό της σεζόν η Μονακό κατέκτησε 25 πόντους (από τους συνολικά 44), αλλά δεν τα κατάφερε. Η συνέντευξη Τύπου μετά το ματς με τη Λιόν έφερε μόνο δάκρυα στον Μπανίντ...
Τα αίτια της καταστροφής
Ο υποβιβασμός σε καμία περίπτωση δεν οφείλεται στην ήττα της τελευταίας αγωνιστικής. Το παιχνίδι με τη Λιόν αποτέλεσε τον επιθανάτιο ρόγχο μιας κατρακύλας άνευ προηγουμένου για τους Μονεγάσκους. Μόλις 1 νίκη στα τελευταία 6 παιχνίδια, απέναντι στη Μονπελιέ στην προτελευταία αγωνιστική. Μία εβδομάδα νωρίτερα, το συγκρότημα του Μπανίντ είχε αναδειχθεί ισόπαλο 1-1 με τη Λανς στο Πριγκιπάτο, εξαιτίας του τέρματος του αμυντικού των "λανσουά", Ραφαέλ Βαράν, στο 94ο λεπτό της συνάντησης! Το αποτέλεσμα αυτό υποβίβαζε και μαθηματικά την τότε ομάδα του Λάσλο Μπόλονι, ωστόσο οι παίκτες της Μονακό αποχώρησαν με σκυμμένα κεφάλια για τα αποδυτήρια, γνωρίζοντας εκ των προτέρων τη μοίρα τους. "Δεν χάσαμε τη θέση μας στη Ligue 1 μόνο από το τελευταίο παιχνίδι. Δεν είμαι σε θέση να σας πω εάν τη χάσαμε τους τελευταίους 5 μήνες, την τελευταία σεζόν ή είναι βαθύτερα τα αίτια όσων συμβαίνουν εδώ και καιρό", δήλωσε ο Μπανίντ μετά τον αγώνα με τους "γκον", υποδηλώνοντας πως για τον υποβιβασμό δεν ευθύνεται μόνο η ανικανότητα της Μονακό να νικήσει πχ. την καταδικασμένη εξ αρχής Αρλ, την ομάδα της γενέτειρας του Τζιμπρίλ Σισέ, η οποία είχε μαζέψει μόλις 8 πόντους με 1 νίκη στα πρώτα 19 παιχνίδια της σεζόν.
Από την πορεία προς την κορυφή της Ευρώπης του 2004 η Μονακό απέκτησε 55 ποδοσφαιριστές και παραχώρησε 66, με συνέπεια να χαθεί κάθε έννοια συνέχειας στο "Λουί Ντε". Πέντε προπονητές (Γκουιντολίν, Μπόλονι, Μπανίντ, Ρικάρντο, Λακόμπ) επιχείρησαν εις μάτην να "αναγεννήσουν" την ομάδα και όλοι τους αντικαταστάθηκαν πριν προλάβουν να γευτούν κάποια επιτυχία. Αυτό οφείλεται εν πολλοίς και στην εξίσου συχνή αλλαγή "σκυτάλης" και στον προεδρικό θώκο. Η μετα-Καμπορά εποχή περιλαμβάνει 4 προέδρους (Σβαρά, Παστόρ, ντε Μποντέν, Φρανζί) να πασχίζουν να ξαναφέρουν την προσέλευση στο "Λουί Ντε" στα επίπεδα του 2004, έστω κι αν σε σύγκριση με τα υπόλοιπα γαλλικά γήπεδα είναι μικρή.
Οι διαφορές της Μονακό 2004 με τη Μονακό 2011 είναι χαώδεις σε κάθε επίπεδο. Ακόμα και το παιχνίδι της έχει αλλάξει. Από επιθετικό, παθιασμένο, ταχύτατο, με άγνοια κινδύνου, έχει μεταβληθεί σε αμυντικό, βαρετό, προβλέψιμο. Ενα ποδόσφαιρο που σε καμία περίπτωση δεν θα υιοθετούσε η ομάδα προ επταετίας. Ο αρχηγός του συλλόγου, Αλεχάντρο Αλόνσο, εξήγησε πως οι Μονεγάσκοι έχουν έλλειψη χαρακτήρα, πνεύματος. Δεν μίλησε για την έλλειψη ποιότητας που επίσης πλήττει το ρόστερ, αφού με εξαίρεση τον τερματοφύλακα Στεφάν Ρουφιέ, δύσκολα κάποια εκ των Μαρσέιγ, Παρί Σεν Ζερμέν και Λιόν θα ενδιαφέρονταν για κάποιο παίκτη της Μονακό.
Η αποχώρηση του Φρανσουά Μοντέστο για τον Ολυμπιακό και του Ντιέγο Πέρες για την Μπολόνια έριξαν την "αυλαία" της ομάδας του Ντεσάμπ. Οι 2 παίκτες ήταν οι τελευταίοι που είχαν απομείνει από εκείνη την εποχή, που διατηρούσαν "ζωντανούς" τους δεσμούς του "τότε" με το "τώρα". Στη Ligue 2 οι Μονεγάσκοι δεν θα έχουν την ευκαιρία να κάνουν τα ίδια ακριβά, λάθη με την μετά-Ντεσάμπ εποχή. "Θα δούμε τις επόμενες ημέρες τι μας συμφέρει να κάνουμε, αλλά θα είναι απαραίτητο να προχωρήσουμε σε περικοπές σε όλα τα επίπεδα", εξήγησε ο Φρανζί.
Με την προσέλευση στο "Λουί Ντε" να μην αποτελεί ούτε στο παραμικρό πηγή εσόδων για τον σύλλογο, μετά τα μόλις 11.140 εισιτήρια που "κόπηκαν" στον "νυν υπερ παντων" αγώνα με τη Λιόν, έστω κι αν κόστιζαν μόλις 5 ευρώ το ένα. Η βασιλική οικογένεια αναμένεται να κλείσει την "κάνουλα" βλέποντας τις χρόνιες επενδύσεις της να πηγαίνουν στράφι. Μοναδική λύση στον ορίζοντα, αυτή που εξ αρχής τοποθέτησε τους Μονεγάσκους στην ελίτ του γαλλικού ποδοσφαιρικού κόσμου και δεν είναι άλλη από την εμπιστοσύνη στις ακαδημίες. Από τον Μανουέλ Αμορός και τον Ζαν Λικ Ετορί, στον Εμανουέλ Πετί και τον Λιλιάν Τιράμ και λίγο αργότερα στους Τιερί Ανρί και Νταβίντ Τρεζεγκέ, το Πριγκιπάτο ανέκαθεν αποτέλεσε "βιομηχανική" μονάδα παραγωγής ταλέντων. Το τρέχον ρόστερ της Μονακό απαρτίζεται από σωρεία άπειρων, αλλά ελπιδοφόρων ποδοσφαιριστών νεαρής ηλικίας που αποζητούν σωστή διαχείριση για να παρουσιάσουν το ταλέντο τους. Οι Νικολά Ενκουλού, Σεντρίκ Μονγκονγκού, Φρεντερίκ Μπιλό, Ναμπαλί Μεντί και Τέρενς Μακένγκο ίσως να συνθέτουν τη μοναδική διέξοδο σωτηρίας για έναν σύλλογο που διήνυσε την απόσταση από το ζενίθ στο ναδίρ μέσα σε μόλις μία δεκαετία...

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου